Το Doom Patrol είναι ιδανικό δείγμα μιας φουλ ελπιδοφόρας τηλεοπτικής τάσης υπερηρώων

Κι ο δεύτερος κύκλος έχει ξεκινήσει υπέροχα για τη σειρά της DC

Αν λέγαμε ότι δεν έχουμε ασχοληθεί επισταμένα με την υπερηρωική τηλεοπτική και κινηματογραφική παραγωγή, θα λέγαμε ψέματα. Ο λόγος δεν είναι μόνο το πρώτο συνθετικό του ονόματος αυτού του site. Σίγουρα είμαστε nerds και σίγουρα μεγαλώσαμε με υπερήρωες στο χαρτί και την οθόνη, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ασχολούμαστε, επίσης, με το superhero σινεμά και την superhero τηλεόραση για δύο ακόμα κομβικούς λόγους. Πρώτον, γιατί ως τα κατεξοχήν σύμπαντα λαϊκής μυθολογίας της εποχής μας προσφέρουν μεγάλες δυνατότητες συζήτησης γύρω από τον ηθικό, κοινωνικό, πολιτισμικό χαρακτήρα της σύγχρονης pop κουλτούρας. Έτσι, ο τρόπος που σχετιζόμαστε με τις υπερηρωικές αφηγήσεις λέει μπόλικα για πώς βλέπουμε την σχέση μεταξύ ιστορικής πραγματικότητας και μυθοπλασίας του φανταστικού σήμερα. Δεύτερον, γιατί ως μεγα-μηχανές κέρδους για τις πλατφόρμες και τα στούντιο οι υπερηρωικές ιστορίες αποτελούν δείκτες για την κατάσταση της κινηματογραφικής και τηλεοπτικής βιομηχανίας στο σήμερα και την κατεύθυνσή τους στο μέλλον. Αφού ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος της μικρής και της μεγάλης οθόνης περνάει πλέον μέσα από το υπερηρωικό πρίσμα, το προς τα πού το πάνε οι υπερήρωες συναντιέται μοιραία με το ερώτημα προς τα πού πάνε συνολικά η τηλεόραση και το σινεμά.

Κοιτώντας πίσω την δεκαετία που πέρασε, είχαμε μια μεγάλη ανατίμηση της geek κουλτούρας εντός της βιομηχανίας του θεάματος, κάτι που έπειτα έφερε όλο και περισσότερα λεφτά σε sci-fi, fantasy και horror παραγωγές. Και βέβαια, η μεγαλύτερη κινητήριος δύναμη αυτής της nerd ανατίμησης ήταν η γιγάντωση του υπερηρωικού σινεμά που πυροδοτήθηκε από την τριλογία Batman του Christopher Nolan κι από την ανάπτυξη του Marvel Cinematic Universe που ξεκίνησε με το Iron Man, αμφότερα το σωτήριο έτος 2008. Έτσι, ο superhero κινηματογράφος αποτελείται πλέον από γιγάντια franchises που αποτελούν μεγα-μηχανές κερδών και βρίσκονται στο επίκεντρο της σύγχρονης pop κουλτούρας. Από την άλλη, το superhero τηλεοπτικό πεδίο έχει γιγαντωθεί κι αυτό σε βαθμό υπερβολικό πλέον, τόσο εκ μέρους της DC και της Marvel όσο και μέσω άλλων superhero παραγωγών. Συνολικά, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το υπερηρωικό είδος βρίσκεται μπροστά σε μια κρίση υπερπληθυσμού και υπερσυσσώρευσης. Κι αυτή είναι μια κρίση που έχει τόσο ποσοτικά χαρακτηριστικά (ότι βγαίνουν πλέον πολλά παραπάνω πράγματα απ’ όσα μπορεί να καταναλώσει κάποιος) όσο και ποιοτικά (ότι πολλές superhero παραγωγές χάνονται μέσα στην κοινοτοπία και την προχειρότητα).

Για εμάς, τα ερωτήματα της διαφαινόμενης superhero υπερφόρτωσης άρχισαν να γίνονται ξεκάθαρα με την κυκλοφορία του Logan το 2017, αφού κι η ίδια η ταινία έβαλε επί τάπητος μια σειρά από ζητήματα που έφεραν αντιμέτωπο το superhero είδος με τα όριά του: η υπερβολική διασύνδεση μεταξύ τους εμποδίζει την αυτοτελή ανάπτυξη μιας ιστορίας, η αισθητική τους πρόταση υποφέρει από μια συχνά προκάτ ομοιομορφία, οι χαρακτήρες δυσκολεύονται να αναπτύξουν έναν πραγματικό συναισθηματικό κόσμο που να μας οδηγήσει στην πλήρη εμπλοκή με το δράμα τους. Επιπλέον, στα 3 χρόνια που έχουν περάσει από τότε, είδαμε να αναπτύσσονται δύο πολιτισμικές τάσεις στο σινεμά και την τηλεόραση που σίγουρα δεν βοηθούν. Από τη μία, η όλο και πιο βιομηχανοποιημένη superhero παραγωγή διεκδικεί συνεχώς μεγαλύτερο κομμάτι της κινηματογραφικής πίτας, πράγμα που διαφάνηκε τόσο από τις διαμαρτυρίες του Martin Scorsese όσο και από το γεγονός ότι το Joker ουσιαστικά αναγκάστηκε να μετατραπεί σε superhero ταινία προκειμένου να γίνει βιώσιμο. Από την άλλη, η τάση της σύγχρονης pop κουλτούρας για όλο και μεγαλύτερο fan service περιορίζει το κοινό όλο και περισσότερο στον ρόλο του παθητικού καταναλωτή ενός προϊόντος που δεν έχει πια καλλιτεχνική φιλοδοξία ή πρόταση αλλά προορίζεται απλώς να πατήσει με χειριστικό και κυνικό τρόπο τα σωστά κουμπιά ώστε να χτυπήσει τις κατάλληλες χορδές των θεατών.

Δίπλα σε όλα αυτά, όμως, υπάρχει κι η παράλληλη άνθιση ενός άλλου υπερηρωικού ρεύματος επί της οθόνης – όχι τόσο της μεγάλης όσο της μικρής. Όπως έχουμε γράψει ξανά: Εδώ και μια πενταετία περίπου, η αμερικάνικη τηλεόραση έχει φιλοξενήσει την υπερηρωική μυθολογία με πολύ πιο ανοιχτούς και περιπετειώδεις όρους από ό,τι η μεγάλη οθόνη. Αρχής γενομένης χοντρικά με το Daredevil δια χειρός Drew Goddard στο Netflix, έπειτα έχουμε δει μια πλειάδα σειρών που είτε μεταφέρουν γνωστούς κλασικούς χαρακτήρες σε ένα πιο γειωμένο, ρεαλιστικό, πολύπλοκο κοινωνικο-ιστορικό περιβάλλον, είτε πειραματίζονται με ήρωες άγνωστους στο ευρύ κοινό, δίνοντάς συχνά έναν πολύ πιο ριζοσπαστικό τόνο απ’ όσο έχουμε συνηθίσει σε αυτά τα πράγματα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έπειτα είχαμε την Jessica Jones και τον Luke Cage, το Legion, το Deadly Class, το Umbrella Academy, το Swamp Thing, το The Boys και το Runaways. Παράλληλα, είχαμε σειρές που φλερτάρανε με την υπερηρωική θεματολογία και μυθολογία χωρίς να είναι υπερηρωικές με την στενή έννοια, όπως το Preacher, το Happy! και το American Gods. Και βέβαια, πέρσι είδαμε το έπος που είχε το όνομα Watchmen, με τον Damon Lindelof να διασκευάζει ελεύθερα κι υπέροχα το κλασικό αριστούργημα του Alan Moore. Σειρές σαν αυτές είχαν σε γενικές γραμμές μια κοινή καταγωγή από την 80s τάση των κόμιξ προς μια μεταμοντέρνα αποδόμηση της ίδιας της κυρίαρχης υπερηρωικής μυθολογίας, ιδεολογίας, ηθικής και αφήγησης. Πλέον, οι πιο ενδιαφέροντες υπερήρωες ήταν αυτοί που έμοιαζαν όλο και λιγότερο με παραδοσιακούς ήρωες. Ουσιαστικά, έχουμε έναν μετα-υπερηρωισμό που είναι πρωτίστως αντι-ηρωικός. Κι αυτό έχει οδηγήσει την superhero τηλεόραση σε μια πολύ ενδιαφέρουσα κατεύθυνση.

Αν κάναμε μια χοντροκομμένη περιοδολόγηση, θα λέγαμε ότι το τηλεοπτικό υπερηρωικό πεδίο της τελευταίας δεκαετίας έχει περάσει από τρεις διαδοχικές φάσεις. Σε πρώτο στάδιο, είχαμε τους τηλεοπτικούς υπερήρωες που έμοιαζαν με δευτερεύον συμπλήρωμα του αντίστοιχου κινηματογραφικού σύμπαντος της Marvel ή της DC. Στην πρώτη περίπτωση είχαμε σειρές σαν το Agents of Shield και το Agent Carter στο ABC, ενώ στη δεύτερη είχαμε τις μπόλικες σειρές του Arrowverse στο CW. Και στις δύο περιπτώσεις, παρά τις καλές στιγμές, οι σειρές αυτές συχνά λειτουργούσαν ως φτωχοί συγγενείς ή ως ευχάριστο διάλειμμα από το κινηματογραφικό κυρίως πιάτο, ενώ σε επίπεδο αισθητικής το όλο πράγμα απέπνεε μια τηλεορασίλα που θύμιζε παλιότερες superhero παραγωγές της μικρής οθόνης. Σε δεύτερο στάδιο, η συνεργασία Marvel-Netflix έφερε μια ιδιαίτερα αναζωογονητική αύρα με τα Daredevil και Jessica Jones (αλλά και τα Luke Cage και The Punisher), επιλέγοντας έναν dark and gritty ρεαλιστικό δρόμο που αξιοποιούσε στο έπακρο τις δυνατότητες του τηλεοπτικού μέσου αλλά και την σπουδαία παράδοση τηλεοπτικών crime/dramas, από το The Wire και το The Sopranos μέχρι το Breaking Bad και το The Shield. Σειρές σαν αυτές προσέδωσαν στο σύγχρονο υπερηρωικό τηλεοπτικό είδος μια αφηγηματική και αισθητική αυτονομία σε σχέση με τα κινηματογραφικά franchises, αφού μιλάμε για τίτλους με ξεκάθαρη ταυτότητα και ύφος που στέκονται κάλλιστα εντελώς μόνα τους. Δυστυχώς, όπως γνωρίζετε, το Netflix κι η Marvel διέλυσαν τη συνεργασία τους όταν έσκασε η streaming πλατφόρμα της Disney, κι έτσι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να μην ξαναδούμε σύντομα (ή και ποτέ) αυτές τις σειρές. Εξάλλου, η Marvel αποφάσισε να μετατρέψει το τηλεοπτικό τμήμα της σε 100% παράρτημα του MCU, ετοιμάζοντας με πρόχειρους υπολογισμούς περίπου 54 αντίστοιχες σειρές.

Υπάρχει, όμως, κι ένα τρίτο στάδιο, το οποίο μας οδηγεί σε μια συγκρατημένη αισιοδοξία για το μέλλον. Καθώς τα κινηματογραφικά franchises των υπερηρώων είναι πλέον υπερβολικά μεγάλα ώστε να πειραματιστούν ή να αποτύχουν, υπήρξε ένα ρεύμα δημιουργικότητας και πειραματισμού που στράφηκε προς την τηλεόραση. Κάποιες φορές, τέτοιες σειρές έπαιξαν με τα genres, όπως το υπέροχο κι αδικοχαμένο γοτθικό horror/romance του Swamp Thing της DC. Άλλες φορές, τέτοιες σειρές αφιερώθηκαν στην αποδόμηση της υπερηρωικής βιομηχανίας και ιδεολογίας, όπως το The Boys. Στις κορυφαίες στιγμές τους, τέτοιες σειρές κατάφεραν να σχολιάσουν το πνεύμα της εποχής τους με τρομερή διαύγεια, όπως στο πρόσφατο Watchmen. Κυρίως, όμως, είχαμε μια φουλ ανανεωτική απελευθέρωση υπερηρωικού weirdness. Είδαμε υπερήρωες ανθρώπινους αλλά και αλλόκοτους, μέσα σε σειρές που πειραματίζονταν γενναία με τις συμβάσεις και την αισθητική του ίδιου του superhero genre. Αν μας ρωτάτε, δύο είναι οι σειρές που κατάφεραν να συμπυκνώσουν καλύτερα το νέο weird πνεύμα των τηλεοπτικών υπερηρώων. Η πρώτη είναι το Legion, για το οποίο σας έχουμε μιλήσει αναλυτικά. Η δεύτερη είναι το Doom Patrol, για το οποίο σίγουρα θα έπρεπε να σας έχουμε μιλήσει περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχία και των δύο (τόσο στην υποδοχή του κοινού όσο και στις επίσημες κριτικές) μας δείχνει ότι αυτό είναι ένα superhero ύφος που έχει πραγματικό μέλλον, εφόσον του δείξουν περισσότερη εμπιστοσύνη τα ίδια τα δίκτυα κι οι πλατφόρμες.

Το Doom Patrol, λοιπόν, έσκασε μύτη τον Φεβρουάριο του 2019 στη streaming πλατφόρμα του DC Universe. Βασίζεται βέβαια στην παραδοσιακή superhero ομάδα της DC (που κρατάει ήδη από τα 60s), αλλά με έναν εντελώς μη-παραδοσιακό τρόπο. Για την ακρίβεια, η σειρά αντλεί την έμπνευσή της από το run του τεράστιου Grant Morrison που αναβίωσε τον τίτλο στα τέλη του ’80 με έναν εντελώς Grant Morrison τρόπο. Μετά την επιτυχία του με το Animal Man στα 80s και πριν περάσει για πάντα στην ιστορία με το Invisibles στα 90s (το οποίο έρχεται επίσης σε τηλεοπτική εκδοχή σύντομα), o Morrison δάνεισε τον ανεξέλεγκτο σουρεαλισμό, την παρανοϊκή συνωμοσιολογία και το αναρχικό πνεύμα του στο Doom Patrol. Αντίστοιχα, η τηλεοπτική σειρά που ανέπτυξε ο Jeremy Carver χρησιμοποιεί ως βάση το εκκεντρικό και ιδιαίτερο ύφος του Morrison προκειμένου να φτιάξει ένα σύγχρονο αλλόκοτο και φιλόδοξο superhero comedy/drama γεμάτο παράξενο χιούμορ, ελεύθερη αφηγηματική δομή και εντυπωσιακά ώριμη ανάπτυξη των χαρακτήρων του. Με άλλα λόγια, έχουμε μια σειρά που μοιάζει αληθινά πρόθυμη να εξερευνήσει τα όρια του τηλεοπτικού μέσου και του υπερηρωικού είδους, όπως έκανε και το Legion τα προηγούμενα χρόνια, επικοινωνώντας με το weirdness που είχαν και παλιότερα οι superheroes στην οθόνη.

Ουσιαστικά, το Doom Patrol αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας υπερηρώων που απέκτησαν τις δυνάμεις τους μέσα από τραυματικά συμβάντα και ένιωσαν αποκλεισμένοι από την mainstream κοινωνία. Σχηματίζοντας αρχικά μια κλασική δυσλειτουργική οικογένεια, η ομάδα του Doom Patrol αναπτύσσει μια εσωτερική δυναμική που ζωντανεύει εντυπωσιακά τους χαρακτήρες και προκαλεί αβίαστα την συναισθηματική ταύτιση και το τηλεοπτικό ενδιαφέρον μας. Η συνταγή είναι αρκετά απλή. Όπως και στους X-Men, έχουμε μια κοινότητα των misfits και των outcasts, των ταπεινών και καταφρονεμένων που προσπαθούν να βρουν μια θέση στον κόσμο. Βέβαια, αυτό στη σειρά δεν πλασάρεται με έναν μελοδραματικό ή διδακτικίστικο τρόπο. Αντίθετα, το Doom Patrol χρησιμοποιεί μια εντελώς σύγχρονη, ειρωνική, ευαίσθητη meta γλώσσα προκειμένου να μεταδώσει αυτήν την αίσθηση κι αυτήν την ατμόσφαιρα. Έτσι, το αποτέλεσμα αποπνέει τόσο αισθητική ζωντάνια όσο και δραματική ωριμότητα, αφού η σειρά μπορεί τη μία στιγμή να επιδίδεται σε ψυχεδελικές καΐλες και την άλλη να επεξεργάζεται εντυπωσιακά το αν ο ανθρώπινος χαρακτήρας καθορίζεται από το τραύμα του ή αν έχει τη δυνατότητα να το υπερβεί. Ξανά, όπως και στο Legion, αυτός ο συνδυασμός παραφροσύνης και ενδοσκόπησης μόνο δύο αντιδράσεις μπορεί να προκαλέσει: είτε θα το αγαπήσεις είτε θα το μισήσεις, μέση λύση δεν υπάρχει. Εδώ και λίγες μέρες που ξεκίνησε ο δεύτερος κύκλος του Doom Patrol, ήδη το αγαπάμε ακόμα περισσότερο. Μακάρι να μοιάζει έτσι το μέλλον των τηλεοπτικών υπερηρώων: μετα-αντι-ηρωικό.

Best of internet